Κωνσταντίνος Καβάφις/Constantine Kavafis – Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου/From the School of the Renowned Philosopher

There is something about this poem that is intensely personal. Ostensibly set in the early centuries AD, the subject is too keenly described to be without a real-life model. We will never know who.

Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου

Έμεινε μαθητής του Aμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός·
κ’ οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Την περιέργειάν του είλκυσε
κομμάτ’ η Εκκλησία· να βαπτισθεί
και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα
την γνώμη του άλλαξε. Θα κάκιωνε ασφαλώς
με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς·
και θα του έπαυαν —πράγμα φρικτόν—
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών
των διεφθαρμένων οίκων της Aλεξανδρείας,
κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Η τύχη του εφάν’ εις τούτο ευμενής·
τον έδωσε μορφήν εις άκρον ευειδή.
Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη
η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα —
ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.
Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,
πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού·
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν —αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

From the School of the Renowned Philosopher

He remained a student of Ammonios Sakkas for two years;
but he got tired of both philosophy and Sakkas.

Then he went into politics.
Only to abandon it. The prefect was a fool;
and those around him solemn and serious nonentities;
barbaric their Greek, the wretches.

His curiosity was drawn to
a part in the Church; to be baptised
and pass as a Christian. But rapidly
he changed his mind. It would certainly hurt
him with his parents, ostentatiously patriotic;
and they would immediately cut off—oh, horror—
the very considerable allowance.

But he had to do something. He became a regular
of the corrupt houses of Alexandria,
of every hidden source of debauchery.

His fortune favoured him in this;
it gave him a form of ultimate beauty.
And they appreciated the free vista.

For at least for another ten years
his beauty would last. Afterwards –
maybe he would go to Sakka again.
And if in the meantime the old man died,
go to another philosopher or sophist;
there is always someone expedient.

Or finally, possibly to return
to politics —commendably remembering
his family traditions,
duty to the country, and other similar platitudes.

Κωνσταντίνος Καβάφης/Constantine Kavafis – Για τον Aμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610/For Ammonis, who died aged 29, in 610

Kavafis at his most multilayered. The poem is set in 610, a few decades before Alexandria transforms forever. Ammonis is named after the god Egyptian Ammon, but it is clearly set in a Greek cultural setting, but the verses are requested of the Egyptian Rafael. Read and savour.

Για τον Aμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610

Pαφαήλ, ολίγους στίχους σε ζητούν
για επιτύμβιον του ποιητού Aμμόνη να συνθέσεις.
Κάτι πολύ καλαίσθητον και λείον. Συ θα μπορέσεις,
είσαι ο κατάλληλος, να γράψεις ως αρμόζει
για τον ποιητήν Aμμόνη, τον δικό μας.

Βέβαια θα πεις για τα ποιήματά του—
αλλά να πεις και για την εμορφιά του,
για την λεπτή εμορφιά του που αγαπήσαμε.

Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι.
Όμως την μαστοριά σου όληνα τη θέμε τώρα.
Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας κ’ η αγάπη μας περνούν.
Το αιγυπτιακό σου αίσθημα χύσε στην ξένη γλώσσα.

Pαφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν
που νάχουν, ξέρεις, από την ζωή μας μέσα των,
που κι ο ρυθμός κ’ η κάθε φράσις να δηλούν
που γι’ Aλεξανδρινό γράφει Aλεξανδρινός.

For Ammonis, who died aged 29, in 610

Rafael, some verses are asked of you
composed for the tomb of the poet Ammonis.
Something very tasteful and elegant. You will be able to,
you are the right one to write as befits
our own poet Ammonis.

Of course you will speak about his poems—
but also speak of his beauty,
of his delicate beauty that we loved.

Your Greek is always beautiful and musical.
But now we want all your craft.
In a foreign tongue our sorrow and our love let pass.
Pour your Egyptian sensibility into the foreign tongue.

Rafael, let your verses be written so
they have, you know, within them our life,
where both the rhythm and each phrase should declare
that an Alexandrine writes of an Alexandrine.

Κική Δημουλά/Kiki Dimoula – Άφησα να μην ξέρω/I let myself not know

Dimoula looking at the end of relationships.

Άφησα να μην ξέρω

Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων
φεύγω ἥσυχη.
Δὲν ἔχω βλάψει στὴ ζωή μου αἴνιγμα:
δὲν ἔλυσα κανένα.
Οὔτε κι αὐτὰ ποὺ θέλαν νὰ πεθάνουν
πλάι στὰ παιδικά μου χρόνια:
ἔχω ἕνα βαρελάκι πού ῾χει δυὸ λογιῶν κρασάκι.
Τὸ κράτησα ὡς τώρα
ἀχάλαστο ἀνεξήγητο,
γιατὶ ὡς τώρα
δυὸ λογιῶν κρασάκι
ἔχουν λυμένα κι ἄλυτα ποὺ μοῦ τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ᾿ ἕναν ψηλὸ καλόγερο ποὺ κόκαλα δὲν ἔχει
καὶ δὲν τὸν ρώτησα ποτὲ
ποιᾶς φωτιᾶς γιὸς εἶναι,
σὲ ποιὸ θεὸ ἀνεβαίνει καὶ μοῦ φεύγει.

Δὲν τοῦ λιγόστεψα τοῦ κόσμου
τὰ προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
τοῦ ἀνάθρεψα τοῦ κόσμου τὸ μυστήριο
μὲ θυσία καὶ μὲ στέρηση.
Μὲ τὸ αἷμα ποὺ μοῦ δόθηκε
γιὰ νὰ τὸν ἐξηγήσω.
Ὅ,τι ἦρθε μὲ δεμένα μάτια
καὶ σκεπασμένη πρόθεση
ἔτσι τὸ δέχτηκα
κι ἔτσι τ᾿ ἀποχωρίστηκα:
μὲ δεμένα μάτια καὶ σκεπασμένη πρόθεση.
Αἴνιγμα δανείστηκα,
αἴνιγμα ἐπέστρεψα.
Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω
πῶς λύνεται ἕνα χθές,
ἕνα ἐξαρτᾶται,
τὸ αἴνιγμα τῶν ἀσυμπτώτων.
Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω τί ἀγγίζω,
ἕνα πρόσωπο ἢ ἕνα βιάζομαι.

Οὔτε κι ἐσένα σὲ παρέσυρα στὸ φῶς
νὰ σὲ διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στὴ σκοτεινὴ ὀλιγωρία σου.
Κι ἂν ρώτησα καμιὰ φορὰ πῶς λύνεσαι,
πηγὴ ἂν εἶσαι ἢ κρήνη,
θά ῾ταν κάποια καλοκαιριάτικη ἡμέρα
πού, Πηνελόπες καὶ ὄχι,
μᾶς κυριεύει αὐτὸς ὁ δαίμων τοῦ νεροῦ
γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ αἴνιγμα
πῶς μένουμε ἀξεδίψαστοι.
Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων
φεύγω ἥσυχη.
Ἀναμάρτητη:
ἀξεδίψαστη.
Στὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου
πάω ψυχωμένη.

I let myself not know

From the world of riddles
I quietly leave.
I did no harm to my life’s enigma:
did not solve a single one.
Neither did those that wanted to die
next to my childhood years:
I’ve got a keg that’s got two kinds of wines.
I kept it until now.
unspoilt unexplained,
For until now
two kinds of wine
have resolved and unresolved what happens to me.
A tough relationship
with a tall monk who has no spine
And I never asked him
of what fire he was the son,
to which god he ascends, and he leaves me.

The world did not spare him
From his masked creatures,
the world’s mystery nurtured him
with sacrifices and privation.
With the blood he gave me
so that I may explain him.
Whatever came with masked eyes
and covered intent
that I accepted
And so I separated from him:
With masked eyes and covered intent.
The enigma I borrowed,
the enigma I returned.
I let myself not know.
how a yesterday is solved
a dependence,
The enigma of the asymptotes.
I let myself not know what I’m touching,
a face or an urgency.

Nor did I lure you into the light
to figure you out.
Penelope I stood
in your dark neglect.
And if I asked sometimes how you loosen,
if you are a spring or a fountain,
It would be some summer day
where, Penelope or not,
we are possessed by the demon of the water
to glorify the enigma
that we may remain unthirsty?
From the world of puzzles
I quietly leave.
Sinless:
thirstless.
In the enigma of death
I coolly go.

Κωνσταντίνος Καβάφης/Konstantinos Kavafis – Poseidonians/Ποσειδωνιάται

First an apology for lack of posts over the last year. Having successfuly destroyed both shoulders, typing became difficult for a while.

Poseidonia, modern/Roman Paestum, was a major Greek settlemen in Italy. As is seen in the lead quote, it had already started to merge with the Italic-Roman culture during Hellenistic times. Today it has some of the best-preserved Greek temples anywhere.

Ποσειδωνιάται

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι

και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
και δακρύσαντες απέρχονται.

AΘΗΝAΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.

Poseidonians

We act like the people of Poseidonia, who dwell in the Tyrrhenian Gulf. It so happened that although they were originally Greeks, they were completely barbarised…They changed their speech and their other practices, but they still celebrate one festival that is Greek to this day, wherein they gather together and recall those ancient words and institutions, and after bewailing them and weeping over them in one another’s presence they depart home.


ATHENAEUS

Their Greek language the Poseidonians
forgot for many centuries mixed up
with Tyrrhenians, and with Latins, and other foreigners.
The only thing left to them of ancestry
was a Greek feast, with beautiful rituals,
with lyres and flutes, with games and wreaths.
And a habit towards the end of the celebration
for their old customs to be told,
and the Greek names to say again,
which were barely understood by a few.
And the end of celebration is always melancholy.
Because they remembered that they were also Greeks –
as well as Italian for a while;
and now, how they fell, how they became,
to live and speak barbarously
exiled – oh disaster! – from Hellenism.

Λειβαδίτης/Leivaditis – Καβάφης/Kavafis

A rare treat. Two of my favourite poets. Ladies and gentlemen: I give you Kavafis , by Tassos Leivaditis, written in 1959.

Καβάφης

Νύχτες ακόλαστες, πιοτά, σφοδρά συμπλέγματα, γιγάντιες
σαν θόλοι ναού ηδονές. Κι άγνωστες, πέρ’ από κάθε πρόσχημα,
τραχιές, σαν νίκες, αμαρτίες.
Και το πρωί επέστρεφε μόνος κι εξαντλημένος κι ώριμος
κομίζοντας, σαν μια καινούργια αγνότητα, το νέο αμαρτωλό του ποίημα.

Kavafis

Dissolute nights, drinking, eager embraces, enormous
like domes on a temple to pleasure. And strangers, beyond any pretext,
rough, as if victories, sins.
Come morning, returning alone both exhausted and mature
taking with him, like a new chastity, his new sinful poem.

Τάσος Λειβαδίτης/Tassos Leivaditis – Πρώτες βοήθειες/First Aid

A very Leivaditis poem, reflective, melancholic but with an edge.

Πρώτες βοήθειες

Αργά.
Το καφενειο άδειασε.
Οι φίλοι έφυγαν.
Κι εγω ρεμβάζω ολομόναχος,
κάνοντας τάχα πως παίζω με τις τρίχες του στήθους μου,
ενώ βγάζω προσεχτικά μια μια
τις σφαίρες της συνομιλίας.

First Aid

Late.
The cafe emptied.
The friends left.
And I muse all alone,
feigning to play with my chest hair,
while carefully pulling out one by one
the bullets of conversation.

Konstantinos Kavafis/ Κωνσταντίνος Καβάφης – Η επέμβασις των θεών/The Gods Arrive

Kavafis at his most sophisticated/ennuyé. (And of course the eagle came to save Gandalf…)

Η επέμβασις των θεών

Ηeartily know /…/ Τhe gods arrive.

EΜΕRSΟΝ

RÉΜΟΝΙΝ. — … Ιl disparaîtra au moment nécessaire;
les dieux interviendront.
Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Comme dans les tragédies antiques?
(Acte ΙΙ, sc. i)

Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Qu’y a-t-il?
RÉΜΟΝΙΝ. — Les Dieux sont arrivés. (Acte V, sc. x)

ALΕΧAΝDRΕ DUΜAS, FΙLS, L’Εtrangère

Θα γίνει τώρα τούτο, κ’ έπειτα εκείνο·
και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),
τέτοιες θα είν’ οι πράξεις, τέτοιοι θα ’ν’ οι τρόποι.
Δεν θα φροντίσουμε για μακρινό κατόπι.
Για το καλύτερον ημείς θα προσπαθούμε.
Και όσο προσπαθούμε, τόσο θα χαλνούμε,
θα μπλέκουμε τα πράγματα, ώς να βρεθούμε
στην άκρα σύγχυσι. Καί τότε θα σταθούμε.
Θα είν’ η ώρα οι θεοί να εργασθούνε.
Έρχονται πάντοτ’ οι θεοί. Θα κατεβούνε
από τες μηχανές των, και τους μεν θα σώσουν,
τους δε βίαια, ξαφνικά θα τους σηκώσουν
από την μέση· και σαν φέρουνε μια τάξι
θ’ αποσυρθούν. — Κ’ έπειτ’ αυτός τούτο θα πράξει,
τούτο εκείνος· και με τον καιρόν οι άλλοι
τα ιδικά των. Και θ’ αρχίσουμε και πάλι.

The Gods Arrive

Ηeartily know /…/ Τhe gods arrive.

EΜΕRSΟΝ

RÉΜΟΝΙΝ. — … Ιl disparaîtra au moment nécessaire;
les dieux interviendront.
Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Comme dans les tragédies antiques?
(Acte ΙΙ, sc. i)

Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Qu’y a-t-il?
RÉΜΟΝΙΝ. — Les Dieux sont arrivés. (Acte V, sc. x)

ALΕΧAΝDRΕ DUΜAS, FΙLS, L’Εtrangère

This now happens, and then that;
and later, in a year or two (I think),
the same deeds, the same ways.
We will not worry about the aftermath.
It’s for the best we will strive.
And as we strive, we make it worse,
we will mix up things until we find ourselves
in utter confusion. And then we will stop.
It will be time for the gods to work.
The gods always come. They will come down
from their machines, and they will save us,
violently, suddenly they will arise
from the throng; and as they put things in order
they retire. – And then that one will do that,
all that; and with time the others will do
theirs. And we will start again.

Constantine Kavafis/ Κωνσταντίνος Καβάφης – Tarentines Having Fun/Οι Tαραντίνοι διασκέδασουν

This is, unusually for Kavafis, a metric poem. Lines 1-3 rhyme, as do 3-6, 7/9 and 8/10. The stresses halt a little, so I decided to translate it freely.

Οι Tαραντίνοι διασκεδάσουν

Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ’ εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ’ άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Aλλ’ απ’ αυτά απέρχοντ’ οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ’ εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.

Tarentines Having Fun

Theatres full, everywhere music;
here debauchery and indecency, there
athletic games and sophistry.
The statue of Dionysus is adorned with an amaranth crown.
No patch of earth is left unsoaked
by drink offerings. The citizens of Taranto are having fun.

But the Senatοrs are not among them
and gloomily speak of many orgies.
And from each toga, it seems, escapes
barbaric threatening thunderstorm clouds.

Konstantinos Kavafis/Κωνσταντίνος Καβάφης – Passage/Πέρασμα

Another poem by Kavafis. A poem about gay love, remembered or observed. Anyway beautiful.

Πέρασμα

Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είν’ ανοιχτά,
φανερωμένα εμπρός του. Και γυρνά, και ξενυχτά,
και παρασύρεται. Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό,
το αίμα του, καινούριο και ζεστό,
η ηδονή το χαίρεται. Το σώμα του νικά
έκνομη ερωτική μέθη· και τα νεανικά
μέλη ενδίδουνε σ’ αυτήν.
Κ’ έτσι ένα παιδί απλό
γένεται άξιο να το δούμε, κι απ’ τον Υψηλό
της Ποιήσεως Κόσμο μια στιγμή περνά κι αυτό —
το αισθητικό παιδί με το αίμα του καινούριο και ζεστό.

Passage

What he so timidly imagined as a schoolboy, now lies open,
manifested in front of him. And he returns, and stays overnight,
and drifts. And as is (for our art) right,
his blood, fresh and hot,
rejoices in pleasure. His body is conquered
by illicit erotic intoxication; and youthful
members surrender to it.
And so a simple boy
becomes worthy of watching, and for a moment
the Peak of World Poetry passes through him –
the sensual boy with his blood fresh and hot.