Λειβαδίτης/Leivaditis – Καβάφης/Kavafis

A rare treat. Two of my favourite poets. Ladies and gentlemen: I give you Kavafis , by Tassos Leivaditis, written in 1959.

Καβάφης

Νύχτες ακόλαστες, πιοτά, σφοδρά συμπλέγματα, γιγάντιες
σαν θόλοι ναού ηδονές. Κι άγνωστες, πέρ’ από κάθε πρόσχημα,
τραχιές, σαν νίκες, αμαρτίες.
Και το πρωί επέστρεφε μόνος κι εξαντλημένος κι ώριμος
κομίζοντας, σαν μια καινούργια αγνότητα, το νέο αμαρτωλό του ποίημα.

Kavafis

Dissolute nights, drinking, eager embraces, enormous
like domes on a temple to pleasure. And strangers, beyond any pretext,
rough, as if victories, sins.
Come morning, returning alone both exhausted and mature
taking with him, like a new chastity, his new sinful poem.

Τάσος Λειβαδίτης/Tassos Leivaditis – Πρώτες βοήθειες/First Aid

A very Leivaditis poem, reflective, melancholic but with an edge.

Πρώτες βοήθειες

Αργά.
Το καφενειο άδειασε.
Οι φίλοι έφυγαν.
Κι εγω ρεμβάζω ολομόναχος,
κάνοντας τάχα πως παίζω με τις τρίχες του στήθους μου,
ενώ βγάζω προσεχτικά μια μια
τις σφαίρες της συνομιλίας.

First Aid

Late.
The cafe emptied.
The friends left.
And I muse all alone,
feigning to play with my chest hair,
while carefully pulling out one by one
the bullets of conversation.

Konstantinos Kavafis/ Κωνσταντίνος Καβάφης – Η επέμβασις των θεών/The Gods Arrive

Kavafis at his most sophisticated/ennuyé. (And of course the eagle came to save Gandalf…)

Η επέμβασις των θεών

Ηeartily know /…/ Τhe gods arrive.

EΜΕRSΟΝ

RÉΜΟΝΙΝ. — … Ιl disparaîtra au moment nécessaire;
les dieux interviendront.
Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Comme dans les tragédies antiques?
(Acte ΙΙ, sc. i)

Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Qu’y a-t-il?
RÉΜΟΝΙΝ. — Les Dieux sont arrivés. (Acte V, sc. x)

ALΕΧAΝDRΕ DUΜAS, FΙLS, L’Εtrangère

Θα γίνει τώρα τούτο, κ’ έπειτα εκείνο·
και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),
τέτοιες θα είν’ οι πράξεις, τέτοιοι θα ’ν’ οι τρόποι.
Δεν θα φροντίσουμε για μακρινό κατόπι.
Για το καλύτερον ημείς θα προσπαθούμε.
Και όσο προσπαθούμε, τόσο θα χαλνούμε,
θα μπλέκουμε τα πράγματα, ώς να βρεθούμε
στην άκρα σύγχυσι. Καί τότε θα σταθούμε.
Θα είν’ η ώρα οι θεοί να εργασθούνε.
Έρχονται πάντοτ’ οι θεοί. Θα κατεβούνε
από τες μηχανές των, και τους μεν θα σώσουν,
τους δε βίαια, ξαφνικά θα τους σηκώσουν
από την μέση· και σαν φέρουνε μια τάξι
θ’ αποσυρθούν. — Κ’ έπειτ’ αυτός τούτο θα πράξει,
τούτο εκείνος· και με τον καιρόν οι άλλοι
τα ιδικά των. Και θ’ αρχίσουμε και πάλι.

The Gods Arrive

Ηeartily know /…/ Τhe gods arrive.

EΜΕRSΟΝ

RÉΜΟΝΙΝ. — … Ιl disparaîtra au moment nécessaire;
les dieux interviendront.
Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Comme dans les tragédies antiques?
(Acte ΙΙ, sc. i)

Μme DΕ RUΜΙÈRΕS. — Qu’y a-t-il?
RÉΜΟΝΙΝ. — Les Dieux sont arrivés. (Acte V, sc. x)

ALΕΧAΝDRΕ DUΜAS, FΙLS, L’Εtrangère

This now happens, and then that;
and later, in a year or two (I think),
the same deeds, the same ways.
We will not worry about the aftermath.
It’s for the best we will strive.
And as we strive, we make it worse,
we will mix up things until we find ourselves
in utter confusion. And then we will stop.
It will be time for the gods to work.
The gods always come. They will come down
from their machines, and they will save us,
violently, suddenly they will arise
from the throng; and as they put things in order
they retire. – And then that one will do that,
all that; and with time the others will do
theirs. And we will start again.

Constantine Kavafis/ Κωνσταντίνος Καβάφης – Tarentines Having Fun/Οι Tαραντίνοι διασκέδασουν

This is, unusually for Kavafis, a metric poem. Lines 1-3 rhyme, as do 3-6, 7/9 and 8/10. The stresses halt a little, so I decided to translate it freely.

Οι Tαραντίνοι διασκεδάσουν

Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ’ εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ’ άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Aλλ’ απ’ αυτά απέρχοντ’ οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ’ εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.

Tarentines Having Fun

Theatres full, everywhere music;
here debauchery and indecency, there
athletic games and sophistry.
The statue of Dionysus is adorned with an amaranth crown.
No patch of earth is left unsoaked
by drink offerings. The citizens of Taranto are having fun.

But the Senatοrs are not among them
and gloomily speak of many orgies.
And from each toga, it seems, escapes
barbaric threatening thunderstorm clouds.

Konstantinos Kavafis/Κωνσταντίνος Καβάφης – Passage/Πέρασμα

Another poem by Kavafis. A poem about gay love, remembered or observed. Anyway beautiful.

Πέρασμα

Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είν’ ανοιχτά,
φανερωμένα εμπρός του. Και γυρνά, και ξενυχτά,
και παρασύρεται. Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό,
το αίμα του, καινούριο και ζεστό,
η ηδονή το χαίρεται. Το σώμα του νικά
έκνομη ερωτική μέθη· και τα νεανικά
μέλη ενδίδουνε σ’ αυτήν.
Κ’ έτσι ένα παιδί απλό
γένεται άξιο να το δούμε, κι απ’ τον Υψηλό
της Ποιήσεως Κόσμο μια στιγμή περνά κι αυτό —
το αισθητικό παιδί με το αίμα του καινούριο και ζεστό.

Passage

What he so timidly imagined as a schoolboy, now lies open,
manifested in front of him. And he returns, and stays overnight,
and drifts. And as is (for our art) right,
his blood, fresh and hot,
rejoices in pleasure. His body is conquered
by illicit erotic intoxication; and youthful
members surrender to it.
And so a simple boy
becomes worthy of watching, and for a moment
the Peak of World Poetry passes through him –
the sensual boy with his blood fresh and hot.

Κική Δημουλά/Kiki Dimoula – Κυριακή Απόγευμα/Sunday Afternoon

Κυριακή Απόγευμα

Πολλές φορές σέ ζήτησε το απόγευμα:

Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».

Κι άλλες επίμονες φορές σέ φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο
και για δύσκολο απόγευμα.

Κι ακόμη τρεις θρηνητικές φορές
όταν τα θέματα σουρούπωσαν,
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερνά απογεύματα»
και όλον εσένα Κυριακή
πού είναι πάντα δύσκολη.

Sunday Afternoon

Many times the afternoon asked for you:

When it found me by the window
Trying to to prophesise your constant silences.
When a violent scene unfolded
between me and the fait accompli.
When I went to the next room
and I called this “escape.”

And other times, persistently it called you
in the middle of six folk songs
for piano
and for a difficult afternoon.

And three other mournful times
when matters got dark,
and I named your eyes
“afternoons of every day”
and all of you Sunday
always difficult.

Constantine Kavafis/Κωνσταντίνος Καβάφης/In the Same Place/Στον ίδιο χώρο

Στον ίδιο χώρο

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.

Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.

In the Same Place

Familiar surroundings, venues, neighbourhood
that I see and where I walk; years upon years.

I created you in my joy and in my sorrow:
with so many circumstances, with so many details.

And to me, you felt complete.

Gunnar Ekelöf – Non Serviam

In 1945, Sweden found itself having escaped the horrors of WWII. Relief was mixed with some smugness as the government started building the Swedish welfare state. Ekelöf, who had been both rich and poor revolted against the implied conformity. For him, who had been very early in identifying the threat of Nazism, the individual was at the heart. Non serviam means “I will not serve” and the “seit” is a stone holy to the Sami people in Lapland. I decided to keep the word negro in a poem written in 1945, recognising that Ekelöf identified with the oppressed and the outcasts.

Non serviam

Jag är en främling i detta land
men detta land är ingen främling i mig!
Jag är inte hemma i detta land
men detta land beter sig som hemma i mig!

Jag har av ett blod som aldrig kan spädas
i mina ådror ett dricksglas fullt!
Och alltid skall juden, lappen, konstnären i mig
söka sin blodsfrändskap: forska i skriften
göra en omväg kring seiten i ödemarken
i ordlös vördnad för någonting bortglömt
jojka mot vinden: Vilde! Neger! –
stångas och klaga mot stenen: Jude! Neger! –
utanför lagen och under lagen:
fången i deras, de vitas, och ändå
-lovad vare min lag! – i min!

Så har jag blivit en främling i detta landet
men detta landet har gjort sig bekvämt i mig!
Jag kan inte leva i detta landet
men detta landet lever som gift i mig!

En gång, i de korta, milda
de fattiga stundernas vilda Sverige
där var mitt land! Det var överallt!
Här, i de långa, välfödda stundernas
trånga, ombonade Sverige
där allting är stängt för drag… är det mig kallt.

Non Serviam

I am a stranger in this land
but this land is no stranger within me!
I am not at home in this land
but this land has made itself at home within me!

I have of a blood that is never diluted
there flows in my veins a beaker full!
And always the Jew, the Sami, the artist within me
will look for its blood mates: Research in the records
make a detour around the sacred stone in the wilderness
in wordless awe of something forgotten
chant against wind: Savage! Negro! –
to buck and wail against the stone: Jew! Negro! –
outside the law and under the law:
caught in theirs, the whites’, and still
-praise be to my law! – in mine!

So I have become a stranger in this land
but this land has made itself comfortable in me!
I cannot live in this land
but this land lives like venom in me!

Once, in the short, mild
poverty struck moments’ wild Sweden
there was my land. It was everywhere!
Here, in the long, well-fed moments’
constricted, cosy Sweden
where everything shuts out the draught.. It is cold to me.

Γιώργος Σεφέρης/George Seferis – Φυγή/Flight

Φυγή

Δεν ήταν άλλη ή αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε καί μάς έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι πού δοκίμαζε
νά τό εξηγήσει επίμονα ή ψυχή μας.

Ή αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα πού μάς τριγύριζαν
να έξηγησει γιατί δε θέλουμε νά πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε άπό λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τή δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε τήν ανάσα μας με τήν ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αύτός ό βαθύτερος καημός νά κρατηθούμε
μέσα στή φυγή.

Flight

Our love was nothing more
leaving, coming back and brought us
a lowered distant eyelid
a marble smile, lost
in the morning grass
a strange shell that our soul
tried insistently to explain.

Our love was nothing more than touching
slowly among the things that surrounded us
to explain why we don’t want to die
with so much passion.

What if we were held on to each other by the loins, clasping
with all our might each other’s necks
and if we mixed our breath with the breath
of the other person
and if we closed our eyes, it was nothing more
only this deepest heartache that we hold on to
in the middle of our flight.

Κωνσταντίνος Καβάφης/Constantive Kavafis- Ο Καθρέπτης στην είσοδο/The Mirror at the Entrance

A minor Kavafis poem, but charming.

Ο Καθρέπτης στην είσοδο

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κ’έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

The Mirror at the Entrance

The opulent house had at its entrance
an enormous mirror, very old;
bought at least eighty years ago.

A beautiful youngster, a tailor’s assistant
(on Sundays an amateur sportsman),
standing with a parcel. He delivered it
to a servant of the house, who then went inside
to bring the receipt. The tailor’s assistant
was left alone, and waited.
He went to the mirror and while looking
adjusted his tie. After five minutes
they brought him his receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen so much,
during its many years of existence,
thousands of things and faces;
but the old mirror was filled with joy,
enormously proud that it had admitted in front of it
for some minutes absolute beauty.