Erik Lindegren – Ikaros/Icarus

Erik Lindegren was a contemporary of Gunnar Ekelöf. They both translated Auden, but Lindegren reacted to Ekelöf’s translation of Auden’s Musée des Beaux Arts. Not to the translation as such, but to what he saw as Auden’s lack of engagement. What follows is my translation of Lindegren’s counter blast. I have to say I love the defence of the glorious attempt. Lindegren here offers a giant FU to armchair assessments.

Ikaros

Bort domnar nu hans minnen från labyrinten.
det enda minnet: hur ropen och förvirringen steg
tills de äntligen svingade sig upp från jorden.

Och hur alla klyftor som alltid klagat
efter sina broar i hans bröst
långsamt slöt sig, som ögonlock,
hur fåglar strök förbi, som skyttlar eller pilskott,
och till slut den sista lärkan, snuddande hans hand,
störtande som sång.

Sedan vidtog vindarnas labyrint, med dess blinda tjurar,
ljusrop och branter,
med dess hisnande andedräkt, som han länge
och mödosamt lärde sig parera,
tills den återigen steg, hans blick och hans flykt.

Nu stiger han ensam, i en himmel utan moln,
i en fågelfri rymd bland reaktionsplanens larm…
stiger mot en allt klarare sol,
som blir allt svalare, allt kallare,
Uppåt mot sitt eget frusande blod och själarnas flyende vattenfall,
en innestängd i en vinande hiss,
en luftbubblas färd i havet mot den magnetiskt hägrande ytan:
fosterhinnans sprängning, genomskinligt nära,
virveln av tecken, springflodsburna, rasande azur,
störtande murar, och redlöst ropet från andra sidan::
Verklighet störtad
utan verklighet född!

Icarus

Away fades his memories from the labyrinth.
the only memory: how the cries and the confusion rose
Until finally they flung themselves up from the earth.

And how all the chasms that always pleaded
for their bridges in his chest
slowly closed, like eyelids
how birds swept past, like shuttles or arrows,
and finally the last lark, touching his hand,
plunging as song.

Then the labyrinth of winds, with its blind bulls,
flashing lights and precipices,
with its giddy breath, that he over time
and carefully learnt to parry
until again it rose, his vision and his sight.

Now he rises alone, in a sky without clouds,
free as a bird in a space among the jets’ screams….
Rises towards an ever brighter sun,
that gets cooler, colder,
Up towards his own freezing blood and the fleeing waterfall of the souls,
one constrained in a whistling lift,
an air bubble’s path through the sea towards the looming surface:
the foetal membrane bursting, transparently close.
the swirl of signs, borne by the spring flood, raging azure,
tumbling walls, and the uncontrollable cry from the other side::
Reality brought down
from no reality born!

Constantine Kavafis/Κωνσταντίνος Καβάφης – Να μείνει/To Stay

Another love poem, another room. Still the unmistakable Kavafis voice….

Να μείνει

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.

Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.
Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

To stay

It would be one o’clock at night,
or half past.
In a corner of the chapel;
behind the wooden partition.
Except for the two of us, the store room is absolutely empty.
Barely lit by an oil lamp.
The guard servant sleeping in the doorway.

No one would see us. But already
we were so afire,
that we became incapable of precaution.

The clothes were half open – there weren’t many
because divine July was ablaze.

Bodies’ pleasure among
half-open clothes;
quickly stripping to bare – to his adored body
twenty-six years have passed; and now he has come
to stay in these lines.

George Seferis/Γιώργος Σεφέρης – Μέρες του Ιουνίου ’41/Days of June ’41

Seferis wrote this poem during a tumultuous time. As a career diplomat, he had evacuated Athens with the government in late April 1941 for Crete, then when the germans invaded in May on to Cairo. Seferis was posted to South Africa soon after that. This poem expresses his pain for Crete and the longing of an exile.

Μέρες του Ιουνίου ’41

Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια
κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του
κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου
μες στο σκοτάδι της καρδιάς — τρεις φίλοι.

Ποιός θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;
Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας
με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια
σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά·
πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού.
Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο
με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας
λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.
Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά
και σαν ξεριζωμένες ρίζες.
Η δίψα μας
ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος
στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου
δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται
ξενιτεμένη εδώ τριγύρω
κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου.

Κρήτη – Αλεξάνδρεια – Νότιος Αφρική, Μάης ‒ Σεπτέμβρης 1941

Days of June ’41

The new moon came out in Alexandria
holding the old one in her arms
and we were going to the Gate of the Sun
with darkness in the heart – three friends.

Who now wants to bathe in the waters of Proteus?
We looked for transformation in our youth
with desires that played like big fish
in seas that suddenly slipped away;
we believed in the omnipotence of the body.
And now the new moon came out embracing
the old; with the beautiful island bleeding,
hurt; the calm island, the strong island, the innocent.
And the bodies like broken branches
and like torn up roots.
Our thirst
a mounted guard of marble
at the dark Gate of the Sun.
he doesn’t ask for anything: he is on guard
an exile around here
near the tomb of Alexander the Great.

Crete, Alexandria, South Africa May-Sep ‘41

Constantine Kavafis/Κωνσταντίνος Καβάφης – Πολυέλαιμος/Chandelier

Here is another intense love poem by Kavafis. When you consider the time he wrote, this is truly brave and erotic, and even more brave as he wrote about gay love.

Πολυέλαιος

Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι,
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορώνει·
και μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρώνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μες στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνειθισμένο φως δεν είν’ αυτό που βγαίνει.
Γι’ άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή.

Chandelier

In the bare small room, four walls only,
and covered with all-green wallpaper,
lit by a beautiful chandelier which burns;
and in each one of its flames burns
a lustful fever, a lustful impulse.

In that small room, brightly lit
by the strong flames of the chandelier,
no common light is spread.
it is not made for timid bodies
this heat of pleasure.

Κωνσταντίνος Καβάφης/Konstantinos Kavafis – Έτσι πολύ ατένισα/I Looked So Closely

Yet another love poem by Kavafis. Again remembering his loves…

Έτσι πολύ ατένισα

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου …. μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα ….

I Looked So Closely

I looked so closely at beauty,
that my vision was filled to the brim.

The lines of the body. Red lips. Sensual limbs.
Hair as if taken from Greek statues;
always beautiful, even tousled,
and it falls, a little, on the pale forehead.
Figures of love, just as desired
by my poetry …. in the nights of my youth,
in my nights, secretly, meeting ….

Καβάφης/Αναγνωστάκης – Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ/1970 Kavafis/Anagnostakis – Young Men of Sidon 400AD/1970

Fifty years after Kavafis had written his poem, in which he deplores artfulness and cant, the Greek poet Manolis Anagnostakis wrote a reply. While Kavafis wanted more seriousness, Anagnostakis pleaded fora bit more levity. As Anagnostakis had joined the wartime resistance and afterwards had both been condemned to death by a right-wing government, spending several years in prison, and been thrown out of the Greek Communist Party for being heretic, his plea for a bit more lightheartedness carries some weight. It was a pleasure translating both. Hope you agree.

Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κ’ είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Pιανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -»
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«A δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες.
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Aρταφέρνη.»

Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δεν πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα.
Κορίτσια δροσερά — αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτώθηκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό — κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)

Young men of Sidon (400 AD)

The actor they had brought to entertain them
also recited some choice epigrams.

The hall opened up to the garden;
and had a slight floral fragrance
which mingled with the scent
of the five perfumed Sidonian youths.

Meleagros, and Krinagoras, and Rianos were read.
But as the actor lamented,
“Aeschylus, Euphorion’s son of Athens then dies -“
(emphasizing perhaps too much
“legendary service”, “grove at Marathon”),
at once a lively lad, fanatical about letters
couldn’t contain himself, and shouted;

“I do not like this quatrain.
This kind of expressions seem a bit feeble.
Give – I declare – in your performance all your strength,
all the care, reconsider your performance
as if in combat, or as if your last hour has come.
This I expect and demand from you.
But do not completely dismiss from your mind
tragedy’s brilliant speeches –
what Agamemnon declares, wonderful Prometheus,
Orestes, Cassandra,
Seven against Thebes— just raise your memorial
as one of the soldiers in the ranks, the massed,
you also fought Datis and Artafernes. “

Young Men of Sidon, 1970

Actually, we shouldn’t complain
You fellows are good and have heart, all young.
cool girls – fit guys
Filled with passion and love for life and action.
All well, with significance and substance and your songs
So, so very human, so thrilling,
For children dying on another continent
For heroes killed in earlier times,
For Black, Green, Yellow revolutionaries,
For the plight of suffering Man.
In particular, It’s to your credit your engagement
In the problems and in the struggles of our time
You offer a direct presence and action – this said
I think you have the right, in addition,
Two-by-two, three-by-three, to play, to fall in love,
And to blow off steam, mate, after so much endeavour.

(They aged us prematurely, George, you get that?)

Κωνσταντίνος Καβάφης/Constantine Kavafis – Φυγάδες/Exiles

Another trip to Kavafis-world. Time? Well, Nonnos lived in the 4th or 5th century, so presumably between then and the building over of the Hippodrome in the 19th Century. The “Kingdom” is a bit of a decoy as during that time there were three empires in sequence Byzantine, Arab and Turkish, but no kingdom unless we are talking about the Balkans. Anyway, this is one of the poems that Kavafis decide to hide from publishing, probably as it could be read to be subversive by the authorities.

Φυγάδες

Πάντα η Aλεξάνδρεια είναι. Λίγο να βαδίσεις
στην ίσια της οδό που στο Ιπποδρόμιο παύει,
θα δεις παλάτια και μνημεία που θ’ απορήσεις.
Όσο κι αν έπαθεν απ’ τους πολέμους βλάβη,
όσο κι αν μίκραινε, πάντα θαυμάσια χώρα.
Κ’ έπειτα μ’ εκδρομές, και με βιβλία,
και με σπουδές διάφορες περνά η ώρα.
Το βράδυ μαζευόμεθα στην παραλία
ημείς οι πέντε (με ονόματα όλοι
πλαστά βεβαίως) κι άλλοι μερικοί Γραικοί
απ’ τους ολίγους όπου μείνανε στην πόλι.
Πότε μιλούμε για εκκλησιαστικά (κάπως λατινικοί
μοιάζουν εδώ), πότε φιλολογία.
Προχθές του Νόννου στίχους εδιαβάζαμε.
Τι εικόνες, τι ρυθμός, τι γλώσσα, τι αρμονία.
Ενθουσιασμένοι τον Πανοπολίτην εθαυμάζαμε.
Έτσι περνούν οι μέρες, κ’ η διαμονή
δυσάρεστη δεν είναι, γιατί, εννοείται,
δεν πρόκειται να ’ναι παντοτινή.
Καλές ειδήσεις λάβαμε, και είτε
από την Σμύρνη κάτι γίνει τώρα, είτε τον Aπρίλιο
οι φίλοι μας κινήσουν απ’ την Ήπειρο, τα σχέδιά μας
επιτυγχάνουν, και τον ρίχνουμεν ευκόλως τον Βασίλειο.
Και τότε πια κ’ εμάς θά ’ρθ’ η σειρά μας.

Exiles

It stays Alexandria. As you walk a little
way down the street that leads to the Hippodrome,
you will see palaces and monuments you will marvel at.
No matter how badly damaged by the wars,
no matter how she declines, she is always a wonderful place.
And then with excursions, with books,
and with various studies the time passes.
In the evening we meet on the beach
we five (using fake
names of course) and some Graces
from the few that remained in the city.
Sometimes we are talking about Church matters (somewhat resembling
Latins here), sometimes literature.
Two days ago, we were reading lines from Nonnos.
What images, what rhythm, what language, what harmony.
We were enthused by that admirable Panopolis native.
That’s how the days pass, and the sojourn
is not unpleasant, because, of course,
it’s not going to last forever.
We received good news, and either
something will happen out of Smyrna, or in April
our friends move from Epirus, our plans
will succeed, and we easily overthrow the Kingdom.
And then our turn will come.